Τοσοδούλι καναρίνι αιμοβόρο
τσόφλινο τοίχο γκρέμισα,
ανάσα χωρίς φόρο,
εργένικη φωλιά μ' ελπίδες γέμισα.
Το κίτρινό μου όμως κισμέτ
ως δούλο με όρισε.
Εμένα, πνεύμα εστέτ,
ως καναρίνι σαλονιού με διόρισε.
Τι ρόλο βαράω εδώ;
Κι ενώ ουράνιο Θεό με στοιχημάτισα,
σε μικρό μοτέλ κρεμαστό,
αυτό που 'θελα να γίνω άφησα.
Μα με φροντίζει γίγαντας αγαθός,
έναν τον έχω, τον πονάω.
Τι αέρας, τι της πόλης ο βυθός,
στο πάλκο βγαίνω και του γλυκοτραγουδάω.
Το κίτρινό μου κισμέτ
ως δούλο με όρισε.
Εμένα, πνεύμα εστέτ,
την καρδιά μου όμως δεν προσδιόρισε...
Μα με φροντίζει γίγαντας καραφλός,
έναν τον έχω, τον πονάω.
Εγώ κι αυτός,
στο πάλκο βγαίνω και του γλυκοτραγουδάω.
Το κίτρινό μου κισμέτ
ως δούλο με όρισε.
Εμένα, πνεύμα εστέτ,
την καρδιά μου όμως δεν προσδιόρισε...
© Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.