Τότε που ζούσα επάνω στα σύννεφά μου,
τα εξουσίαζε κολαστής πραγματικός,
με δυσκολία κυνηγούσα τα όνειρά μου,
τ' όνομά του άκουγες και ήξερες πως είν' αυτός...
'Ηταν ο βασιλιάς Μονόκερως,
πίστευε πως ήταν ον μοναδικό
κι έλεγε πως για να είσαι όλων ανώτερος,
αρκεί αίμα άλλων να πίνεις, να 'σαι αρπακτικό...
Ουράνιο φρούριο είχε για παλάτι,
με κόμπους άλυτους είχε δέσει κομμάτια ανθρώπινων ψυχών,
και κάθε ώρα, τη βραδινή τη δωδεκάτη,
κατά τι μεγάλωνε το κομπολόι των πονεμένων κραυγών...
Πλέρια έπαιρνε απ' αυτό ευτυχία,
εντός του παλατιού του των τειχών,
ρουφούσ' ενέργεια μέσ' απ' την απέραντη δυστυχία,
ατελείωτο το γαϊτανάκι των νεκρών...
Για λίγο βρέθηκα στη δική του Ουτοπία,
κι άρχισε το σπαθί μου να τρέμει,
απείραχτα ήθελα τα ουράνια μου τοπία,
τη μοίρα μου άφησα πίσω και μπρος να γέρνει...
Άρχισα πρώτα απ' τα τσιράκια του,
όμοια σαν αυτόν τα 'χε πλάσει,
στην Αίθουσα του Θρόνου τον είδα, άρχισε τ' αστειάκια του,
πρώτος τη σιωπή ήθελε να σπάσει...
Μάχη έγινε σκληρή,
σώμα με σώμα, πάλευα γενναία...
Την τυραννία είχε χαράξει στο σπαθί του,
εγώ την ελευθερία μ' όλα κεφαλαία!
Ώσπου τον νίκησα, πήρε του νεκρού το βλέμμα,
ακέφαλος έπεσε, νικημένος,
το χρυσό του κράτησα στέμμα,
με το αίμα του ήμουνα βαμμένος...
Ξαναζώ εν ειρήνη μες στα σύννεφά μου,
το κακό ξόρκισα μέσα στους αιώνες,
γερά κρατώ όλα τα ονειρά μου,
πολλές θυσίες ήθελε και μαχητικούς αγώνες...
©Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς άδεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.